1 definition by Sean H. Murphy

The act of intentionally hesitating while making a decision.

hesitention; hesitentional
You know that girl in front of us at Starbucks? She hesitentionally ordered her coffee; doesn't she realize people are in a hurry?
από Sean H. Murphy 3 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×