1 definition by Sean.43L

(kuh-noo-bee-uhn, nyoo-)

1. n. A noob from teh land of Canadia.

2. adj. Of Canadia or its noobs.
 
It had to be a Canoobian.
από Sean.43L 10 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×