1 definition by See Fay

Adverb: To do said action with passion and erroneousness, usually resulting in a type of unreasonable merit.
He kevinly stated his point of view on the matter, so the whole class gave him chocolate.
από See Fay 30 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×