1 definition by Senior Waiter

Cocked or the act of cocking. A single thrust sex act performed by a man named Joe so powerfull resulting in a jack hammer like effect.
Nikki's boyfriend was not satisfying her enough therefore a cocking was in order.
από Senior Waiter 2 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×