1 definition by SentryIII

1. syn. owned, pwned, pwn3d, etc...
2. to frequently kill someone with a mac 10
haha, that loser got his ass MACKED!
από SentryIII 26 Μάρτιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×