1 definition by Sharon Love

A female who purposely produces children for the sole purpose of living off the Welfare benefits she will obtain for doing so.
Sindy doesn't need a job, she's a welfare mom. She's always getting some guy to help her make some more kids.
από Sharon Love 5 Νοέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×