1 definition by SilverIceWolf

To be so frustrated as to become overwhelmed by exhaustion. Or vice versa.
Having to return my car to the mechanic for the third time because of problems with the brakes, I have found myself to be exhaustrated.
από SilverIceWolf 4 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×