1 definition by Sister#9

(verb)
to have intimate relations with Borker.

"Jenna is so lucky she got borked"
"I bet Borker could bork all night long"
"Once I am borked, my life will be complete"
από Sister#9 22 Σεπτέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×