1 definition by T Wilde

Top Definition
A mental and physical state that is reached when one person becomes innebriated or slithered enough to do things one wouldn't typically do in normal situations.
"Dog, Dan punched a cop and fucked a cheerleader last night. He was whaulin out!"
#whaulin out #whauulin #wallin #from the window to the wall #whaul and ball
από T Wilde 21 Ιούλιος 2006
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×