1 definition by T3h_fen

fen
fen(noun, vb. to fen/fenned/fenned)-The act of saying something in public and having people around you stopping to stare. Preferably when they're not the people you were talking to, but random people that overheard.
"and he was like "I LOVE THE COCK""
*random people stop and stare*
"oops! Maaajor fen!"
από T3h_fen 21 Ιανουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×