1 definition by TDawwwwg

The act of a passenger giving an old fashioned to the driver whilst driving a vehicle. An offshoot of road head, replacing the mouth with the hand.
"She gave him such a good road fashioned on the ride home that he hit a telephone pole."
από TDawwwwg 13 Ιούλιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×