1 definition by THE TEA IS ON

sly
1. (adj.) A word used in select areas of northeastern parts of America that is used in place of "cool"

2. (adj.) A magical word sometimes used to describe a funny individual

3. (n.) A first cousin
"The jungle is such a sly place to be at night."

"That guy's animation was so sly."
από THE TEA IS ON 2 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×