1 definition by Team Andy

Alternate spelling of grok.
To thoroughly understand something through the metaphorical process of drinking it in.
"I've taken calculus four times, and I still don't grock it."
"If you really groked a Stranger in a Strange Land, you wouldn't spell it 'grock'"
από Team Andy 20 Ιούνιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×