1 definition by TekoBaka

causing male ejaculation. the action of causing the ejaculation identified as the cooking; the ejaculate(semen) identified as the rice.
Peter can't come to the phone, he's cooking rice in his room.
από TekoBaka 7 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×