1 definition by Tequilation247

noun: another word for penis, cock, etc.
1) He likes the fandagler in and around his mouth.

2) Person 1: "Watch it pervert, you're getting close to my shaft."
Person 2: "I was no where near your fandagler."
από Tequilation247 5 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×