1 definition by Terk

A shorthand for gay dorks. Increasingly popular among the gay dork community.
Limp-wristedly, the two boys put on their faerie embroidered robes and wizard hats and hopped the 45 bus to play dungeons and dragons; they were such gorks.
από Terk 20 Ιούνιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×