1 definition by Tess Renee!

adj., to be lame, or a word of unapproval.
Guy 1: The movie was cancelled.
Guys2: Lamesauce!
από Tess Renee! 21 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×