1 definition by Tha Bone

Pertaining to or characterized by a tendency for erotic emotions to be centred on a person of the same sex; of or pertaining to a homo-erotic person. Frequently a synonym of homosexual.
First mentioned in the movie, "Dirty Deeds." Norm Macdonald tells somebody "Now, you go back to doing something blatantly homoerotic."
από Tha Bone 12 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×