1 definition by That905Guy

Top Definition
To collapse chestfirst onto the back of someone sitting in front of a computer and stare at their screen.
Nick was trying to program on his computer until Phillip came up and Jerryed him.

Lets go Jerrying at the library.
#jerryed #jerried #lay #annoy #jerry
από That905Guy 15 Σεπτέμβριος 2012
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×