1 definition by ThatGuyOverThere2584227

SRQ
A socially awkward young man who refuses to talk to women under any circumstance. Without hesitation, he would rather sit alone than swim in a sea of vaginae.
He's so SRQ. He ran and hid behind the garbage can when the opportunity to fornicate arose.
από ThatGuyOverThere2584227 20 Σεπτέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×