1 definition by The Anal Avenger

vb. grolling, grolled. 1. to roger a man with an artifical phallus (particularly, a woman wearing such a device (see 'strap-on').
She grolled him until his eyes watered.
από The Anal Avenger 29 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×