1 definition by The MexiPope (aka Ho Slayer)

The act of knocking a bitch's elbows out while slamming her from behind. Once her face is firmly planted in the pillow, one is to continue hitting it as hard as possible; thus imitating a "snowplow."
Yo dude, I hellOf snowplowed Jenny last night on Pate's floor!
από The MexiPope (aka Ho Slayer) 13 Ιανουάριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×