1 definition by The Original Comedian

(Ti-keley-fin-gers) N.

When one person puts his hand out and twitches it in a very creepy style while moving closer to another person, preferably a friend.

Invented by Nick H. of Texas
Nick: "Hey Meredith, look!"

Meredith: "Fuck, Nick! Stop with the Tickley Fingers!"
από The Original Comedian 31 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×