1 definition by The Six of One

1. Noun. A person who eats too much fattening food or a fat person.

2. Noun. A fattening snack cake.
1. "Look at that fatcake eating that pizza. Disgusting."
2. "OMG I just ran out of fatcakes T-T"
από The Six of One 6 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×