1 definition by The Smiling Bandit

1) adj. when an object becomes severely damaged
2) adj. when a human becomes extremely injured by way of drinking or other substance enhanced state
3) adj. when a situation becomes intolerable
Man Simko was really Cacked when he broke ripped the door off the bathroom stall. The whole stall is completely Cacked dude.
από The Smiling Bandit 2 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×