1 definition by TheDanHipster

1- popular term for a man's well eh youknowwhat

2- to put some manly flavor to it
ad 1 : 'he hasn't showered for days, he MUST have a smelly schlong by now'

ad 2 : 'yeah you know that party started a bit dull, so I schlonged it by buying everybody a beer ! '
από TheDanHipster 2 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×