1 definition by TheMan_tHEmAN

Variation of sicko, sickie, etc.; used to express displeasure at something one feels is disgusting.
Did you see that dead animal on the road? Sickee!

Dude, that movie had some sickee scenes in it.
από TheMan_tHEmAN 14 Μάιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×