1 definition by Thomas Lafferty

a. The forceful removal of teenagers.
b. The act of growing up suddenly.
a. The police officer performed a youthectomy on the party with surgical precision.

b. Your attitude stinks! Before you come to work tomorrow, you better do a youthectomy.
από Thomas Lafferty 22 Μάιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×