1 definition by Three Card Monty

Sewer –verb (used with person)
To reject or betray (someone); to treat as a scapegoat; to put out of favor or at a disadvantage.
"You told your parents I lost $5000 in Vegas? Thanks for sewering me..."
από Three Card Monty 13 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×