1 definition by Tony Sampaio

1. Martain word meaning literally, 'to drink'.
2. Also 'love', 'hate', and much more. To grok means to understand and empathize with something or someone to the extent that the object or person becomes part of ones' sense self.
3. To become one with.
I grok water.
I grok God.
I grok Jill.
από Tony Sampaio 10 Αύγουστος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×