1 definition by Trytoincludepaul

The act of simultaneously sniffing and licking an object.
'Steve enjoyed a good snaffle in the nether regions'

'Stephen snaffled Jo's anus'
από Trytoincludepaul 30 Σεπτέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×