1 definition by TwinReverb

A whole scenario, an outcome, giving it all, etc. Used to group an outcome or other logical conclusion or grouping into one word.
I was going to install a larger engine in my car, but did not want to have to deal with the whole rigamarole.

They took that play to broadway, with dancers, signers, and the whole rigamarole.
από TwinReverb 10 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×