1 definition by Tystikk

I-putated (Iputated) , that sudden feeling of indefinite loss of access to the Internet and social network immediately following the loss or destruction of your smartphone.
My phone fell in the pool- oh man, I've totally been I-putated!
από Tystikk 15 Ιανουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×