1 definition by Undefined101

adj. to be in a panicky meltdown; to be nervous and stressed while breaking down
He was schellering when he was looking for his homework for English class.
από Undefined101 21 Νοέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×