1 definition by Vaysh

1.Pissed
2.Full of energy, usually in a negative capacity. Ornery.
1. Martha's been shootin' cans off the back porch all mornin'. That woman is full of bees.
2. That bull was so mad you'd think he was full of bees.
από Vaysh 9 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×