1 definition by WHUSHTIE

A large or particularly disturbing obsenity growing on someone, I.E spot, mole, wart.
DUDE that chicks actually got a WUSHTIE mole on her neck
από WHUSHTIE 6 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×