1 definition by WonkyMcSkipper

(adj) A term to describe the effects one feels after consuming the drug ketamine. The more ketamine consumed the more wonky the person becomes. There are different levels of wonky: from slightly wonky to wonked the fuck out.
"Wow that K was fire! I'm so wonky I don't even know who you are!"
από WonkyMcSkipper 3 Σεπτέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×