1 definition by Wshyar Said

Fuck:

To have sexual intercourse, to stick a cock up someones pussy.

Thick fuck, someone thick in the head.
I was in her jacuzzi fucking her brains out.

You, yh you, you're a thick fuck
από Wshyar Said 30 Νοέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×