1 definition by Yotengocatorceanos

Top Definition
The act of dissing, and dismissing him
"Your so fat, when u sat on a rainbow, skittles fell out"

"You just got dimissed"
#dissed #dismissed #owned #pwned #sad
από Yotengocatorceanos 3 Ιούνιος 2009
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.