1 definition by adammtboy

A physical attributed attained by a person spending primary time at a computer, and adapting appropriate weight gain to the enviroment.
I cant run anymore, Im too compestated.

Your chair might be uncomfortable, but soon you will compestate to it.
από adammtboy 8 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×