2 definitions by aleksei

An alternate, fancier, more elite form of "kitty".
Teh kitseh was spinning out of control on the ceiling fan.
από aleksei 10 Μάιος 2006
An incredibly clever, attractive, and mature male being. With an impeccable sense of humour, and an extremely civilised manner, he is great company.
"Did you see Aleksei the other day?"
"No"
"He was helping a child, making a hilarious joke, and reading War and Peace at the same time"
από Aleksei 28 Νοέμβριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×