1 definition by alightshadeofbrown

during sexual intercourse, a female human who makes high pitched "squeals," moans, or screams
dude 1: i fucked this girl last night
dude 2: oh, yeah?!
dude 1: speaking of "oh yeah" she was such a loud squealer.
από alightshadeofbrown 27 Μάιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×