1 definition by amilli78693

Top Definition
M.O-verb. commonly referred to as making out. Thus by combining the M and O of making out one creates MO. Pronounced like MOW, or MOE.

MOING, MOED, MO.
"holy cow look at rebbeca and tom, they're totally going to M.O."
"oh now they're MOING"
#making out #frenching #tonsil hockey #tonsil tag #tonsil tennis
από amilli78693 20 Αύγουστος 2009
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×