1 definition by andes

when the male participant rubs his penis up and down on the female or other male's neck to induce sexual pleasure.
a female can also straddle a man's neck while he makes acoustic noise causing his neck to vibrate, thus inducing sexual pleasure upon the female.
I had the best orgasm last night when Duane gave me a neckjob.
από andes 1 Σεπτέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×