1 definition by anime_rox

Nom
To eat by mashing food against the roof of your mouth with your tounge, escpecially after having braces tightened or having a toothache.
"My braces hurt so bad I have to nom everything."
από anime_rox 16 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×