1 definition by anthony pipkin

Top Definition
The act of being screwed on a fraudulent internet sale.
MochaMike got wenzeled by Charlie Wenzel.
#charlie #wenzel #fraud #screwed #sale.
από anthony pipkin 12 Νοέμβριος 2005
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×