1 definition by anti-pro-moe

Castration- to castrate (verb). To remove the male genitalia. To chop off your dick. What happens when you get married.
"Tomorrow's my wedding day, and I'm gonna get some castration!"
από anti-pro-moe 21 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×