1 definition by asfobaof

shag
1. to get fucked in one sense ie, sexually.
2. when something goes wrong
1.i shag, you shag, he/she/it shags, we shag, they shag.
i like to shag. you're a good shag. i love shagging. he shagged the arse off'ae me. he shags carol.
2. oh fuck they totally shagged me over! ah shag that! shag!
από asfobaof 11 Μάιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×