1 definition by auntjenni

1. any criticism delivered in a pointedly sarcastic or rude manner

2. any rude or snarky comment thinly veiled as constructive criticism
The coach, fed up with the team's lack of effort, lobbed snarkicisms at the players.
από auntjenni 15 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×