1 definition by ballsdeep2786

The act of a male receiving oral intercourse whilst the giving partner does not use their hands in any way. Usually performed by woman with low self-confidence and no gag reflex.
Hey look! That girl Adrian knows is giving everybody straight face!!
από ballsdeep2786 12 Νοέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×